Πόσα αντίο να χωρέσω σε μια σκέψη;

παραμυθενια ονειρα (8)

Όταν ,από τη στιγμή που θυμάσαι τον εαυτό σου , έχεις πάντα δίπλα σου άτομα που σε αγαπάνε και σε στηρίζουνε , που ζεις μαζί τους καθημερινά χαρές και λύπες δεν σου περνάει από το μυαλό ότι κάποια μέρα δεν θα υπάρχουν στη ζωή σου.
Ή αν κατά λάθος τρυπώσει αυτή η σκέψη στα σκοτεινά σοκάκια του εγκεφάλου σου , κουνάς το κεφάλι σου τόσο γρήγορα για να την διώξεις πριν κατορθώσει και εγκατασταθεί εκεί και σε τρελάνει. Φτύνεις τον κόρφο σου για να ξορκίσεις το κακό, σαν να σηκώνεις ένα αόρατο τείχος για να προστατέψεις τους αγαπημένους σου, λες και μπορείς να απομακρύνεις ότι μπορεί να τους πληγώσει.
Και όταν έρχεται εκείνη η ημέρα το μόνο που κάνεις είναι να κάθεσαι ανήμπορη και να βλέπεις να ενώνονται όλοι οι άνθρωποι σε μία μαύρη και θολή φιγούρα που σου σφίγγουν το χέρι και σου ψιθυρίζουν λόγια παρηγοριάς στο αυτί .
Και μοιάζεις σαν να μην είσαι εσύ , μια άλλη έχει πάρει τη θέση σου και εσύ την κοιτάς σαν να έχεις βγει από το σώμα σου.
Δεν καταλαβαίνεις τι κάνει. Βλέπεις ένα άνθρωπο που μιλά μηχανικά , κινείται μηχανικά , απαντά μηχανικά. Το μόνο ίσως που την ξεχωρίζει από ένα ρομπότ είναι ότι τα δάκρυα που βγάζει είναι τα μόνα που δεν είναι μηχανικά.
Και αν μπεις στο μυαλό της θα δεις τις σκηνές εκείνες που παίζει συνέχεια και συνέχεια λες και είναι μια ταινία που έχει κολλήσει και προβάλλεται ξανά και ξανά.
Να , για παράδειγμα, σκέφτεται ότι τώρα που θα επιστρέψει στο σπίτι ,όταν θα κατέβει στο διαμέρισμα του δεν θα ακούσει τους ήχους από τον Βαμβακάρη , τον Τσιτσάνη ή τον Βιολάρη να πλημμυρίζουν τον χώρο .
Δεν θα τον ακούσει να την λέει αγάπη μου , όχι με τον τρόπο που το λένε οι ερωτευμένοι ή οι σύζυγοι αλλά με τον τρόπο που κάποιος φωνάζει κάτι λατρεμένο , κάτι αγαπημένο.
Δεν θα τον δει να κάθεται στην αγαπημένη του πολυθρόνα για να της διηγηθεί εκείνες τις ιστορίες που είχε ακούσει χιλιάδες φορές , και που αν και είχε βαρεθεί λίγο να τις ακούει , αντιδρούσε σαν να ήταν η πρώτη φορά, μόνο και μόνο για να δει το χαμόγελο στα χείλη του.
Δεν θα του ψιθυρίσει ξανά στο αυτί ότι του έφερε σοκολάτα , από εκείνη για τους διαβητικούς, ούτε θα ακούσει τη φωνή του να λέει στη γιαγιά : «Είναι το «μυστικό» μας , όλα θέλεις να τα μαθαίνεις εσύ; «, κλείνοντας το μάτι, γελώντας .
Μα πάνω από όλα σκέφτεται ότι δεν πρόλαβε να τον χαιρετίσει , να του πει πόσα πολλά σήμαινε για αυτήν , πόσο πολύ τον αγαπάει , πόσο πολύ θα ήθελε να ήταν εδώ και ας της έλεγε κάθε λεπτό της ημέρας εκείνες τις βαρετές ιστορίες.
Αλήθεια δεν θα την πείραζε, αρκεί να ήταν εδώ…

Για τον παππού μου ,
που «έφυγε» τον προηγούμενο μήνα ξαφνικά…

Advertisements

About melita

Θα 'θελα να φωνάξω τ' όνομά σου, αγάπη, μ' όλη μου τη δύναμη. Να το φωνάξω τόσο δυνατά που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο, καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει... Τάσος Λειβαδίτης
This entry was posted in Σταλαγματιές ψυχής & ονείρων ή απλά οι σκέψεις μου... and tagged , , , , , , , . Bookmark the permalink.