Ο μύθος της Πανωραίας -Πελοπόννησος


Ένα «απωθημένο» στην Παράδοσή μας από τον Μεσαίωνα και την Φραγκοκρατία με πολλές εκδοχές είναι και το ακόλουθο.

Το ιστορικό υπόβαθρο
Κατά την διάρκεια των Σταυροφοριών, η Πελοπόννησος (Μωρέας) κατεχόταν από μια ομάδα Φράγκων Ιπποτών, οι οποίοι διέθεταν την καλύτερη φήμη έφιππων πολεμιστών. Η δομή των εκτάσεων που κατείχαν ήταν αυστηρά φεουδαρχική και η κάστα τους δε, ήταν συγγενική τόσο με τον ίδιο τον Βασιλέα των Γάλλων όσο και με τους υπόλοιπους Έλληνες και δυτικούς φεουδάλους, έχοντας δηλ πολλές φορές αναγνωρισμένη εξουσία και από τους Βυζαντινούς. Έτσι η συμμετοχή τους σε αυτές τις «ιερές εκστρατείες» ήταν δεδομένη, πότε σαν μισθοφόροι και πότε οργανικά σαν φεουδαρχική μονάδα.
Στα νότια λοιπόν της Πελοποννήσου, ένας από αυτούς έχοντας αποκτήσει τεράστια εμπειρία και κύρος από τις νεανικές του περιπέτειες στην Outremer (Γη πέρα από την Θάλασσα), της Μ.Ανατολής -ιστορικά θεωρείται ο κυριότερος γόνος της οικογένειας των Βιλλαρδουίνων- αναγκάστηκε σαν βασσάλος του βασιλέα της Γαλλίας, Λουδοβίκου Θ’ του Αγίου, να συμμετάσχει και στην δική του Σταυροφορία, την 7η κατά σειράν.
Εγκατέλειψε λοιπόν, πίσω στην ελληνική χερσόνησο την μοναχοκόρη του. Η περιοχή όμως, δεχόταν συνεχώς επιδρομές πειρατών, και για την αντιμετώπιση αυτών, ο Φράγκος άφησε πίσω του πολλούς έμπιστους άνδρες, μέλη της Φρουράς του Κάστρου του.
Και κάπου εδώ ξεκινά ο Μύθος, που ζει ως τις ημέρες μας, μέσα από ένα τραγούδι που το απαγγέλλουν μαζί με τις όσες παραλλαγές του σε όλη την Ελλάδα.

Ο Μύθος του Κάστρου της Ωρ(α)ιάς
Η Πριγκίπισσα πέρασε στον Μύθο με το όνομα Πανώρ(α)ια, και ήταν εκείνη που αντιμετώπισε την μεγάλη εισβολή πειρατών (κατά την παράδοση Τούρκων), στο φέουδο του πατέρα της. Η Πανώρια αντιστάθηκε μέσα στο Κάστρο της πολιορκημένη μαζί με τους πιστούς ακολούθους της («οι Φρουροί, τα Παλικάρια«)για 12 χρόνια, σε μια σύγκρουση που στο τραγούδι, πολλές φορές έχει στίγματα των μαχών στα πεδία του Σκαμάνδρου, για την υπεράσπιση του κάστρου του Ιλίου. Για όλο αυτό το διάστημα, κανείς Τούρκος δεν μπόρεσε να περάσει τα τείχη του Κάστρου παρά μόνο όταν ένας ακόλουθος του Τούρκου Σουλτάνου, μισός Έλληνας και μισός «Τούρκος» (τουρκοβριός) την ερωτεύθηκε.
Ζήτησε λοιπόν, από τον Σουλτάνο να τον στείλει με στρατό για να αλώσει το άπαρτο Κάστρο της Ωρ(α)ιάς, κι Σουλτάνος δέχθηκε. Πριν τον στείλει να πατήσει το Κάστρο, τον ρώτησε τι θα ήθελε σαν αντάλλαγμα της απόφασης του να δεχθεί μια τόσο δύσκολη αποστολή, κι εκείνος απάντησε πως το μόνο που ζητούσε ήταν η Ωραία Κόρη του Κάστρου.
Φθάνοντας λοιπόν στην περιοχή, πάλεψε να «πατήσει» το Κάστρο αλλά αυτό ήταν αδύνατον. Γι αυτό, εφάρμοσε ένα τέχνασμα: μεταμφιεσμένος σε «καλογεράκι από ασκηταριό» και μαζί με τους γύφτους, πέτυχε να του ανοίξουν τη πόρτα και να τον δεχτούν:

Όσο ν’ ανοίξ’ η πόρτα χίλιοι εμπήκανε
κι’ όσο να μισανοίξει, γέμισ’ η αυλή
κι’ όσο να καλοκλείσει, η χώρα πάρθηκε.

Τότε η «κόρη που ήταν στα γυαλιά» γκρεμίστηκε με το άλογό της, από το πατημένο Κάστρο που λεηλατούσαν οι εχθροί. Η έμμετρη λαϊκή ποίηση αναφέρει:

Όσα κάστρα κι αν είδα και περπάτησα
σαν της Ωριάς το κάστρο δεν ελόγιασα,
κάστρο θεμελιωμένο, κάστρο ξακουστό,
σαράντα οργιές του ψήλου, δώδεκα πλατύ,
μολύβι σκεπασμένο, μαρμαροχυτό,
με πόρτες ατσαλένιες κι αργυρά κλειδιά
και του γιαλιού η πόρτα στράφτει μάλαμα.

Αλλά τίποτα στην Παράδοσή μας δεν πεθαίνει τόσο εύκολα.
Έτσι λοιπόν κι η Πανώρια, που χάθηκε καλπάζοντας προς τα πέλαγα αναζητώντας τον πατέρα της. Χαρακτηριστικά ο Νέος που θέλει να ψάξει να την βρεί πρέπει να ακολουθήσει τα χνάρια ενός τεράστιου φιδιού που την ακολουθεί, το οποίο το συναντούσαν οι χωρικοί με την Ανατολή και το ξανάβλεπαν να χάνεται στην Δύση. Το φίδι αυτό είχε κι ένα χαρακτηριστικό: άλλαζε δέρμα δυο φορές τον χρόνο (στα Ηλιοστάσια), κι όποιος κατόρθωνε να το βρει, μπορούσε να φτιάξει λαμπερά ρούχα -όσο κι ο Ήλιος- από το δέρμα του, τα οποία δεν «περνούσε σπαθί ανθρώπου» και να γίνει τρανός.


Οι διάφορες εκδοχές του Μύθου
Στη Χίο και σε άλλα νησιά, στην Πελοπόννησο, τη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, τη Θράκη, τον Πόντο συναντάμε «Κάστρα της Ωριάς ή της Ωραίας» και σε κάθε τόπο το τραγούδι παρουσιάζει και διαφορετικές εκδοχές για τον τρόπο με τον οποίο πάρθηκε το Κάστρο, από τους Τούρκους. Στο Διδυμότειχο, η βασιλοπούλα άνοιξε την πόρτα του κάστρου, για να πάρει πίσω το χρυσοκέντητο μαντήλι της, που άγνωστο με ποιο τρόπο είχε πέσει στα χέρια των Τούρκων. Στη ποντιακή εκδοχή του τραγουδιού, κυριαρχεί το τέχνασμα όπου ο Τούρκος μπαίνει στο κάστρο ντυμένος γυναίκα και μάλιστα ετοιμόγεννη. Σύμφωνα με μια τελλουρική εκδοχή του Μύθου, η Πανώρια στενάζει στον Τάφο της έξω από το Κάστρο, για την προδοσία του «καλόγερου» και ζητά Εκδίκηση (Γδικιωμό) που θα δώσει το Παλικάρι που θα βρει το Σπαθί του πατέρα της, για να βασιλέψει ξανά ελευθερώνοντας την Γη του από τον Κατακτητή (Τούρκο).

πηγή: hypervorea.net

Advertisements

About melita

Θα 'θελα να φωνάξω τ' όνομά σου, αγάπη, μ' όλη μου τη δύναμη. Να το φωνάξω τόσο δυνατά που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο, καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει... Τάσος Λειβαδίτης
This entry was posted in Έθιμα, ήθη και παραδόσεις and tagged , , , , , , , , , , , , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s