Το μυστικό του φεγγαριού…

Μιά φορά κι έναν καιρό ήταν ένα αγόρι που ζούσε σε μια μακρινή χώρα της Ανατολής. Έμοιαζε σαν όλα τα αγόρια της ηλικίας του. Πίστευε ότι ποτέ δεν θα το πλησίαζε ο θάνατος, ότι μπορούσε να τα κάνει όλα και ήθελε να τα μάθει όλα.

Το αγόρι ζούσε σ’ ένα πολύ μικρό χωριό, όπου οι άνθρωποι ελάχιστα γνώριζαν για τα “θαύματα της τεχνολογίας”. Ήταν ζήτημα αν περνούσε απ’ το χωριό του μια φορά το χρόνο αυτοκίνητο. Όλες οι δουλειές γινόταν με ζώα και με κάρα. Η οικογένειά του ήταν φτωχή και οι γονείς του δεν είχαν πάει ποτέ σχολείο. Ο πατέρας του ήξερε ό,τι είχε μάθει από τον πατέρα του και απ’ τον παππού του και φυσικά τη ζωή τους καθόριζαν τα ιερά βιβλία. Ο πατέρας του το μόνο που μπορούσε να του μάθει ήταν η δουλειά του και όσα έλεγαν τα ιερά βιβλία της πίστης του.

Μια μέρα το αγόρι γύρισε από το σχολείο ξαναμμένο και ενθουσιασμένο. Ο πατέρας του το κοίταξε και το ρώτησε τί του είχε συμβεί.

-Πατέρα, καλέ μου πατέρα συνέβη κάτι συγκλονιστικό, ανεπανάληπτο, μαγικό!

-Σ’ ακούω, του είπε ο πατέρας του, αλλά να μην μας πάρει το βράδυ γιατί έχουμε ένα σωρό δουλειές να κάνουμε!

-Πατέρα μου, οι αμερικανοί έστειλαν ένα διαστημόπλοιο στον ουρανό κι ένας άνθρωπος, ένας αστροναύτης, πάτησε το πόδι του στο φεγγάρι!

-Δε ντρέπεσαι να ξεστομίζεις τέτοια ψέματα; ρώτησε ο πατέρας του κοιτώντας το μικρό αγόρι κατάματα με ένα βλέμμα παγωμένο.

-Κανείς και τίποτε δεν μπορεί να πατήσει πάνω στο φωτεινό πρόσωπο του Θεού, συνέχισε.

-Δεν αμάρτησες μόνο επειδή τόλμησες να πεις σε μένα ένα τέτοιο ψέμα, αλλά και ενώπιον του Θεού. Ζήτα αμέσως συγγνώμη από μένα και στη συνέχεια προσευχήσου για να σε συγχωρήσει ο Θεός. Ο πατέρας ήταν κατηγορηματικός. Αυτά ήταν τα λόγια του, αφού αυτά πίστευε.

Το αγόρι κοίταξε στα μάτια τον πατέρα του και πατώντας τα πόδια του στέρεα στο έδαφος είπε: -Πατέρα δε λέω ψέματα. Ο δάσκαλος, μας το είπε στο σχολείο. Οι αμερικανοί έδειξαν και φωτογραφίες του αστροναύτη. Τις έχει δει όλος ο κόσμος! Επέμενε.

-Ντροπή σου, φώναξε ο πατέρας. Λέγοντάς μου πιο πολλά ψέματα δεν κάνουν αλήθεια το αρχικό σου ψέμα. Πάψε να ντροπιάζεις το σπίτι μας και να γεμίζεις φόβο την καρδιά μου. Πάρε πίσω αμέσως τα ψέματά σου γιέ μου, τώρα αμέσως.

-Πατέρα δε λέω ψέματα. Ο άνθρωπος περπάτησε στο φεγγάρι και μπορώ να στο αποδείξω, φώναξε το αγόρι.

Αυτό ήταν ο χωρικός δεν μπορούσε να ακούει άλλο το παιδί του, άρπαξε ένα ξύλο, το σήκωσε ψηλά στον ουρανό και φώναξε: -Παντοδύναμε Θεέ, σε ικετεύω κάνε ο γιός μου να καταλάβει το λάθος του.

Μετά άρχισε να χτυπά το αγόρι, όπως ακριβώς έκανε ο πατέρας του στον ίδιο όταν έκανε κάποιο λάθος. Συνέχισε να το χτυπά μέχρι που το αγόρι άρχισε να κλαίει δυνατά. Η τιμωρία σταμάτησε όταν ο πατέρας δεν μπορούσε πια ν΄ακούει τις φωνές του παιδιού του.

Μετά ο πατέρας άπλωσε το χέρι του, για να το φιλήσει το αγόρι, σύμφωνα με το παλιό έθιμο του σεβασμού του γιου προς τον πατέρα. Η καρδιά, όμως, του αγοριού ήταν κρύα και το ίδιο παρέμειναν και τα χείλη του.

Τις επόμενες ημέρες το αγόρι δεν πήγε στο σχολείο. Όταν ξανακάθισε στο θρανίο του, ο δάσκαλος το ρώτησε για το λόγο της απουσίας του και το αγόρι του απάντησε: -Δάσκαλε ο πατέρας μου λέει ότι είναι αδύνατον ο άνθρωπος να περπατήσει στο φεγγάρι. Το φεγγάρι, λέει, είναι το άγιο φως από το πρόσωπο του Θεού και είναι αμαρτία να λέμε τέτοια πράγματα και μάλιστα εγώ που του τα είπα δεν θα περάσω την πόρτα του Παραδείσου.

Ο δάσκαλος κοίταξε με λύπη τα δακρυσμένα μάτια του αγοριού και το ρώτησε: -Τί άλλο είπε ο πατέρας σου; -Τίποτε, είπε το αγόρι, με τιμώρησε και με έβαλε να προσευχηθώ στο Θεό, για να με συγχωρήσει για την βλαστήμια που ξεστόμισα. Όμως όταν προσευχόμουν στο Θεό είπα κάτι τρομερό. Είπα ότι δεν αγαπάω τον πατέρα μου, είπε το αγόρι και ξέσπασε σε λυγμούς.

Ο δάσκαλος το άφησε να κλάψει μέχρι να ηρεμήσει η καρδιά του.

Σε λίγο το αγόρι σήκωσε το χέρι του και ρώτησε το δάσκαλο :-Πες μου δάσκαλε υπάρχει περίπτπωση στον ουρανό να βρίσκονται κι άλλα φεγγάρια;

Ο δάσκαλος στην αρχή ξαφνιάστηκε, αλλά στη συνέχεια χαμογέλασε και απάντησε: -Υπάρχει μόνο ένα φεγγάρι που γυρίζει γύρω από τη Γη μας. Όμως αυτό το φεγγάρι είναι διαφορετικό για κάθε άνθρωπο που το βλέπει. Κάποιος που ποτέ δεν κοιτάζει ψηλά, δεν θα το δει ποτέ. Γι’ αυτόν το φεγγάρι δεν υπάρχει! Κάποιος άλλος, που το θαυμάζει μόνο όταν έχει πανσέληνο, νομίζει ότι το φεγγάρι είναι ένας ασημένιος δίσκος. Αν ένας άλλος το βλέπει καθώς ανατέλλει ανάμεσα από τα χρυσαφένια σπαρτά, θα το νομίζει μια χρυσή μπάλα. Κι ένας άλλος, ίσως μελετά το φεγγάρι με το τηλεσκόπιο. Γι’ αυτόν το φεγγάρι δεν είναι παρά βουνά, κρατήρες και παντέρημες κοιλάδες σκεπασμένες με το παχύ στρώμα της φεγγαρόσκονης. Γι’ αυτό η απάντηση στην ερώτησή σου είναι και ναι και όχι. Γιατί στη πραγματικότητα το φεγγάρι είναι όλα αυτά τα πράγματα μαζί.

Ναι και όχι; Πως μπορούσε κάτι να είναι και να μην είναι; Δεν πρέπει τα πράγματα ή να είναι ή να μην είναι; Το αγόρι έμεινε ξάγρυπνο νύχτες πολλές, κοιτάζοντας από το παράθυρό του το φεγγάρι και παρατηρώντας το να διασχίσει τον ουρανό.

Μια νύχτα ο πατέρας του το είδε να ξαγρυπνά και το ρώτησε: -Γιατί δεν κοιμάσαι; Πήγαινε γρήγορα στο κρεβάτι σου!

Το αγόρι δεν σάλεψε καθόλου και ρώτησε τον πατέρα του: -Πες μου πατέρα. Όταν κοιτάς το φεγγάρι τί βλέπεις;

Ο πατέρας κάθισε δίπλα στο γιό του και κοίταξε τον ουρανό. -Βλέπω την αντανάκλαση του άγιου προσώπου του Θεού. Βλέπω τόση ομορφιά, που μόνον ο Θεός μπορεί να φτιάξει και τέτοιο μεγαλείο που κανείς δεν μπορεί να σπιλώσει. Βλέπω ελπίδα για την ψυχή μου και για την ψυχή του γιού μου, κι ας έκανε λάθος και μπέρδεψε με το φεγγάρι με έναν βράχο πάνω στον οποίον μπορείς να σκαρφαλώσεις.

Με την άκρη του ματιού του το αγόρι κοίταζε το πρόσωπο του πατέρου και τότε είδε στα μάτια του να λάμπουν δυό σταγόνες στο φως του φεγγαριού. Ποτέ άλλωτε δεν είχει δει τον πατέρα του έτσι. Κοίταζε τόσο επίμονα το πρόσωπο του πατέρα του, μέχρι που είδε το φεγγάρι μέσα από τα μάτια του. Είδε το λαμπερό πρόσωπο του Θεού. Το φεγγάρι πια φώτιζε πιο πολύ κι απ’ τον ήλιο.

Στο τέλος το αγόρι ψιθύρισε: -Πατέρα, σε παρακαλώ άκουσέ με και μη μου θυμώσεις. Δεν θέλω να σε στεναχωρήσω, ούτε θέλω να νιώσω ότι είμαι ανάξιος της αγάπης σου. Νομίζω ότι έκανες λάθος που με τιμώρησες, γιατί έτσι μ’ έκανες να κλείσω σφιχτά τα μάτια μου. Και πώς να δω την αλήθεια με τα μάτια μου σφραγισμένα; Μόνο τώρα που νιώθω πάλι κοντά σου μπορώ να δω και μάθω περισσότερα.
Το αγόρι πήρε το χέρι του πατέρα του και το φίλησε με σεβασμό.

-Τι σημαίνουν αυτά; ρώτησε ο πατέρας. -Τι έγινε και ο γιος μου νομίζει ότι μπορεί να πει στον πατέρα του τί είναι λάθος και τί είναι σωστό;

-Μόνο αυτό, απάντησε το αγόρι, το αποψινό βράδυ -που θα το θυμάμαι σ’ όλη μου τη ζωή- μπόρεσα και είδα τον κόσμο μέσα από τα μάτια σου. Και έτσι, αν και είναι αλήθεια ότι ένας άνθρωπος περπάτησε πάνω σ’ ένα μακρινό βράχο, είναι επίσης αλήθεια ότι κανείς άνθρωπος δεν περπάτησε ποτέ στο φεγγάρι του πατέρα μου!

σταλμένο σε mail…

Advertisements

About melita

Θα 'θελα να φωνάξω τ' όνομά σου, αγάπη, μ' όλη μου τη δύναμη. Να το φωνάξω τόσο δυνατά που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο, καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει... Τάσος Λειβαδίτης
This entry was posted in Παραμύθια and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s