Μου το υποσχέθηκες…

Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα αγόρι που ζούσε σε ένα μικρό χωριό δίπλα στο Άβατο Δάσος. Το αγόρι αυτό μεγάλωσε με ιστορίες για το δάσος, για τα μαγικά πλάσματα που ζούσανε εκεί και κυρίως για τις πανέμορφες, ξεμυαλίστρες νεράιδες που χόρευαν στα ξέφωτα τη νύχτα.

Το αγόρι μεγάλωσε και ερωτεύθηκε το κορίτσι με τα ωραιότερα μάτια του χωριού. Η κοπέλα τον αγάπησε κι αυτή και αποφάσισαν να παντρευτούν. Το αγόρι αγόρασε ένα σπίτι στην άκρη του χωριού και περίμενε τη μέρα που θα ζήσει με την όμορφη κοπέλα.

Ένα βράδυ το αγόρι πήγε στο δάσος να κυνηγήσει. Τα ελάφια και τα ζαρκάδια είχαν πολλαπλασιαστεί και το κρέας τους ήταν αγαπημένη λιχουδιά της κοπέλας. Μες το σεληνόφως, τα φύλλα των δέντρων έμοιαζαν ποτισμένα με ασήμι και το φεγγάρι τον οδηγούσε προς τη μικρή λίμνη του δάσους όπου σίγουρα τα ελάφια θα ξεδιψούσαν. Πλησίασε κάνοντας όσο λιγότερο θόρυβο μπορούσε.

Αυτό που δεν περίμενε το αγόρι ήταν το θέαμα που τον περίμενε μόλις παραμέρισε ένα θάμνο και αντίκρυσε τα σκοτεινά νερά. Τρεις νεράιδες χόρευαν στην ακρολιμνιά και τραγουδούσαν. Μαγεμένο το αγόρι διαπίστωσε ότι μέχρι τότε έβλεπε τη ζωή σα μέσα από ένα τζάμι – θαμπό και ραγισμένο – και ότι μπροστά του ξεδιπλωνόταν το κρυμμένο μυστικό της ζωής.

Η μικρή νεράιδα χόρευε πιο ωραία από όλες – κάθε κίνηση του πέπλου αποκάλυπτε το μυστήριο του σύμπαντος στα μάτια ενός θνητού που δε μπορούσαν να αντέξουν άλλο τόση ομορφιά και τόσο τρόμο. Ήξερε τις ιστορίες. Ήταν τολμηρός. Και πάνω στη μέθη του χορού, μπόρεσε κι έκλεψε το πέπλο της μικρής νεράιδας.

Γύρισε σπίτι τρεμάμενος κρατώντας το διάφανο ύφασμα τυλιγμένο στον κόρφο του, μεθυσμένος από την επιτυχία και τον φόβο, γνωρίζοντας ότι έσπρωξε την τύχη του περισσότερο από όσο θα έπρεπε. Δεν θα έπρεπε να ελπίζει να ξαναδεί τη νεράιδα και να επιζήσει, δεν έπρεπε να τολμήσει ένα απλό αγόρι από το χωριό να κλέψει το πέπλο της μαγικής κοπέλας. Αλλά η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς.

Και οι ιστορίες πάντα λένε την αλήθεια.

Η νεράιδα τού χτύπησε την πόρτα το επόμενο βράδυ και ζήτησε το πέπλο της που ο ίδιος το έκρυψε από τα μάτια όλων. Η νεράιδα παρακαλούσε: “Θα κάνω τα πάντα για να το πάρω πίσω. Μου έκλεψες ένα κομμάτι από την ψυχή μου”, του είπε.

Η καρδιά του την πονούσε και λυπόταν με τον πόνο της και τα δάκρυα της. Αλλά η καρδιά του ποτέ δεν είχε θελήσει κάτι τόσο πολύ όσο αυτό το πλάσμα. Η νεράιδα έπεσε στα γόνατα του: “Όσο έχεις το πέπλο, είμαι σκλάβα σου. Υποσχέσου ότι θα μου το δώσεις κι εγώ θα σου δώσω όποια ευτυχία θέλεις”.

Ήταν πια του χεριού του. Την παντρεύτηκε την ίδια μέρα και υποσχέθηκε ότι θα της δώσει το πέπλο όταν περάσουν δέκα χρόνια. Μέσα του γνώριζε ότι δεν είχε καμιά πρόθεση να το κάνει – δέκα χρόνια φάνταζαν δευτερόλεπτα μπροστά στην αιωνιότητα που ήθελε να περάσει μαζί της. Για να σιγουρέψει το ότι δε θα φύγει, το αγόρι έβαλε τη νεράιδα να υποσχεθεί ότι όταν φύγει θα πρέπει να πάρει μαζί το μεγαλύτερο μέλος της οικογένειας που θα κάνανε μαζί και που ήταν φυσικά, αυτός.

Η πρώην αρραβωνιαστικιά του, η κοπέλα με τα ωραιότερα μάτια του χωριού φάνταζε σα μια γκροτέσκα απομίμηση αγάπης πια και ξεχάστηκε πάραυτα, χάθηκε για αυτόν στα βάθη της ανάμνησης μιας περασμένης ζωής χωρίς φως. Η ζωή του ήταν πλέον η μικρή νεράιδα. Η αγκαλιά της ήταν υπέρτατη ηδονή, τα χείλη της δροσερό ποτάμι, η ζωή μαζί της ένα θαύμα που δεν είχε δικαίωμα να γευτεί. Κι όμως το ζούσε. Και, όπως σε όλους τους ψεύτες, υπέβοσκε η αγωνία ότι κάποια μέρα η νεράιδα θα βρει το κρυμμένο πέπλο της και θα φύγει χωρίς να κρατήσει τη δική της υπόσχεση.

Όμως αυτή δεν το βρήκε το πέπλο για πολλά χρόνια. Ή μπορεί και η νεράιδα να ερωτεύθηκε τα τολμηρά χέρια του κλέφτη νεαρού και, εδώ που τα λέμε, καμιά φορά και οι νεράιδες θέλουν να πατήσουν στη γη και να γευτούν το αδυσώπητο της θνητής ζωής στα χείλη ενός μελαχρινού ήλιου. Η νεράιδα έζησε μαζί με το αγόρι για πολλά χρόνια και γέννησε έξι πανέμορφους και δυνατούς γιους. Το αγόρι, με τους γκρίζους κροτάφους πια, ευλογούσε την τύχη του κάθε μέρα που του έφερε στο δρόμο του την νεράιδα και μια ζωή διαφορετική, μαγική, αστροφωτισμένη. Και μετά την καταριόταν γιατί η νεράιδα ήταν φανερό ότι ήταν πλασμένη από σεληνόφως και επιθυμία και τραγούδι κι όχι από χώμα και μαύρο πόθο και ανησυχία όπως αυτός. Φοβόταν το σκοτάδι που ερχόταν μόλις χανόταν το χαμόγελο της.

Ένα πρωί, γελαστό και γαλάζιο όπως τα άλλα, η νεράιδα βρήκε το πέπλο της. Όλοι μπορούν να κάνουν υποχωρήσεις προσωρινά, αλλά κανείς δε μπορεί να αγνοήσει τη φύση του για πάντα. Το αγόρι, με τον πανικό στα μαύρα μάτια, τής θύμισε την υπόσχεση του, αλλά αυτή αχνογέλασε και είπε :”Το μεγαλύτερο μέλος της οικογένειας μας θα είναι η έβδομη κόρη, αυτή που βρίσκεται τώρα στα σπλάχνα μου. Θα γίνει μεγάλη σε ισχύ και ομορφιά και σοφία. Κρατώ την υπόσχεση μου αν κι εσύ δεν κράτησες και ποτέ δε σκόπευες να κρατήσεις τη δική σου”. Φόρεσε το πέπλο και χάθηκε ευθύς σε μακρινά τραγουδιστά λιμάνια αφήνοντας την ανάμνηση μιας αγάπης σαν καπνό που περνάει από τα χέρια σου αλλά δε μπορεί να πιαστεί. Το αγόρι δε μπορούσε να αντέξει το σκοτάδι της απουσίας της και τύφλωσε τα μάτια του.

Χρόνια μετά, αν περνούσες από το σπίτι στην άκρη του Άβατου Δάσους, θα έβλεπες ένα τυφλό γέροντα δίπλα στο παράθυρο να αφουγκράζεται το θρόισμα της φυλλωσιάς.

πηγή: fieryfairy.blogspot.com

Advertisements

About melita

Θα 'θελα να φωνάξω τ' όνομά σου, αγάπη, μ' όλη μου τη δύναμη. Να το φωνάξω τόσο δυνατά που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο, καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει... Τάσος Λειβαδίτης
This entry was posted in Παραμύθια and tagged , . Bookmark the permalink.

2 Responses to Μου το υποσχέθηκες…

  1. Ο/Η fieryfairy λέει:

    Τι ωραία έκπληξη! Χαίρομαι που σου άρεσε 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s