Η νεράιδα του γιαλού…

Τα μάτια του δεν μπορούσαν να μεταδώσουν μια καθαρή εικόνα στον εγκέφαλό του.
Έναν εγκέφαλο που έτσι κι αλλιώς υπολειτουργούσε από το μεθύσι.
Μεθύσι όχι τόσο από τα ποτά που είχε κατεβάσει (άλλωστε ήταν συνηθισμένος ο οργανισμός του σε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες οινοπνεύματος από ότι είχε καταναλώσει σήμερα), αλλά περισσότερο από την ομορφιά που τον περιέβαλε.
Μια ομορφιά που ελάχιστοι είχαν την τύχη να αντικρύσουν και ακόμα λιγότεροι να την νοιώσουν.

Το μέρος ήταν ένας απόμερος όρμος όπου βρέθηκε τυχαία όταν χάθηκε ακολουθώντας με τη μηχανή του ένα μονοπάτι πιστεύοντας ότι θα έκοβε δρόμο προς τον προορισμό του.
Συνειδητοποίησε που βρισκόταν με το πρώτο φως της μέρας που λαμπύριζε στη θάλασσα.
Μια θάλασσα που κυμάτιζε απαλά στο πρωινό αεράκι.
Ήταν ακόμα καβάλα στην δίτροχη ερωμένη του, που ποτέ δεν τον πρόδωσε τόσα χρόνια, καθώς το βλέμμα του είχε καρφωθεί στο πουθενά στο βάθος του ορίζοντα.

Κατέβηκε ήρεμα από πάνω της και την άφησε να ακουμπήσει απαλά πάνω στο χώμα όπως ο εραστής που αφήνει την ερωμένη του να κουρνιάσει στην αγκαλιά του καθώς βαριανασαίνει ακόμα μετά την ένωσή τους. Πέρασε το χέρι του κατά μήκος της χαϊδεύοντάς τη και τράβηξε την πετσέτα από τη σχάρα της απλώνοντάς τη λίγα μέτρα πιο πέρα.
Τα μάτια του έβλεπαν ακόμα θολά, αλλά δεν ήξερε πλέον αν αυτό οφειλόταν στο οινόπνευμα ή στην πρωινή δροσιά.
Το μόνο για το οποίο ήταν σίγουρος ήταν ότι σίγουρα δεν υπήρχε άνθρωπος σε ακτίνα πολλών χιλιομέτρων κι αυτό του αρκούσε.

Έβγαλε τα τσιγάρα του κι άναψε ένα.
Έψαξε στις τσέπες του κι έβγαλε άλλα δυό πακέτα που τα πέταξε πάνω στην πετσέτα.
Άδειασε δίπλα τους χύμα και τα 5-6 τσιγάρα που είχαν μείνει στο ανοιχτό πακέτο.
Άφησε το άδειο πακέτο μερικά εκατοστά πιο πέρα και άρχισε να γδύνεται με το τσιγάρο μόνιμα στα χείλη.
Τα ρούχα του κοίτωνταν μετά από λίγο σε ένα σωρό εκεί δίπλα κι αυτά.
Το τσιγάρο είχε κολλήσει στα ξερά του χείλη και αφού το τράβηξε με προσοχή για να μη τα πληγιάσει, το έσβησε στο έδαφος και έβαλε τη γόπα στο άδειο πακέτο.

Άρχισε να περπατά προς τη θάλασσα αργά με το βλέμμα σταθερά καρφωμένο στο άπειρο.
Το σώμα του είχε αρχίσει ήδη να ανταποκρίνεται στη δροσιά που είχε καθήσει πάνω του που την πάγωνε το απαλό αεράκι.
Ένα ρίγος ταξίδεψε σε κάθε σημείο του σώματός του καθώς αυτό βυθιζόταν σιγά-σιγά στο παγωμένο νερό.
Παρόλο που ήταν παγωμένο το ένοιωθε σα χάδι.
Για μια στιγμή νόμισε ότι ένοιωσε ένα πραγματικό χάδι στον αστράγαλό του.
Κοντοστάθηκε.
Το ένοιωσε ξανά…
Χαμήλωσε τα μάτια και διέκρινε κάποια φύκια να λικνίζονται στο βυθό χαϊδεύοντας το πόδι του.
Χαμογέλασε…
Συνέχισε να περπατά μέχρι που βυθίστηκε όλο το σώμα του στο νερό. Κοντοστάθηκε για λίγο κι έκανε μεταβολή.
Άρχισε να επιστρέφει στην ακτή.
Δεν ήθελε να κολυμπήσει.
Δεν ήθελε να αποχωριστεί κανένα στοιχείο της φύσης.
Ένοιωθε γη, θάλασσα κι ουρανό συγχρόνως να τον περιβάλλουν κι ήταν το μόνο που τον ένοιαζε αυτή τη στιγμή.
Σταμάτησε για μια στιγμή μόνο δίπλα στα φύκια για να νοιώσει το χάδι τους και πάλι.

Κατευθύνθηκε προς κάτι βραχάκια που βουτούσαν μέσα στη θάλασσα λίγα μέτρα πιο πέρα.
Ξάπλωσε πάνω σε ένα από αυτά αφήνοντας τα πόδια του να βρίσκονται αρκετά μέσα στο νερό.
Παρόλο που είχε αρχίσει να φωτίζει πια η μέρα, διέκρινε μερικά άστρα ακόμα φωτεινά στον ουρανό κι έμεινε να τα κοιτάζει…
Και με τον ήχο της θάλασσας στα αυτιά του, και με το χάδι του νερού στα πόδια του τον πήρε ο ύπνος…

Άνοιξε τα μάτια του όταν πια είχε χρυσαφίσει ο ουρανός.
Πήγε και πήρε την πετσέτα και τα τσιγάρα και τα έφερε στο βράχο που τον είχε πάρει ο ύπνος και μετά βούτηξε στη θάλασσα.
Κολυμπούσε και κολυμπούσε προς τον ορίζοντα λες και ήθελε να φτάσει στο τέρμα κι αυτός συνεχώς του ξέφευγε.
Σταμάτησε μετά από πολύ ώρα όταν η ακτή μόλις που διακρινόταν πίσω του.
Υπολόγισε ότι δε θα μπορούσε να απομακρυνθεί περισσότερο χωρίς να τον προδώσουν οι δυνάμεις του στην επιστροφή.
Ίσως να δοκίμαζε κάποια άλλη φορά πάλι να φτάσει στην άκρη του ορίζοντα…

Καθώς πλησίαζε το βράχο που είχε αφήσει τά πράγματά του του φάνηκε ότι διέκρινε μια φιγούρα…
Μα ήταν δυνατό να είχε ανακαλύψει και κάποιος άλλος αυτόν τον όρμο που τον είχε ξεχάσει κι ο Θεός ο ίδιος;
Και ήταν ανάγκη να τον ανακαλύψει ΤΩΡΑ;
Δεν ήθελε καν να συναντήσει τους καταπατητές τού παραδείσου του!
Θα έβγαινε στην ακτή και θα έφευγε…
Έτσι απλά.
Συνειδητοποίησε όμως ότι τα τσιγάρα βρισκόταν σε εκείνον το βράχο και δεν θα μπορούσε να μείνει ατσίγαρος για τόσες ώρες μέχρι να βρεθεί πάλι στον πολιτισμό.

Συνέχισε να κολυμπάει προς το βράχο λοιπόν για να πάρει τα πράγματά του ακόμα κι αν αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να βρεθεί σε λίγα μέτρα απόσταση από τους “καταπατητές”.
Ευχόταν να ήταν μόνο η ιδέα του, αλλά όσο πιο πολύ πλησίαζε τόσο πιο καθαρά διέκρινε τη φιγούρα.

Στην αρχή διαπίστωσε ότι πρέπει να ήταν μόνο ένα άτομο χωρίς να μπορεί να διακρίνει κάποιον άλλο είτε μαζί του είτε πιο πέρα στην ακτή.
Ναι, σίγουρα ήταν ένα άτομο μόνο.
Ίσως κάποιος που χάθηκε με τον ίδιο τρόπο που χάθηκε κι αυτός την προηγούμενη μέρα.
Αυτό όμως δε τους έκανε συνταξιδιώτες κατά κάποιο τρόπο;
Όμως όχι…
Δεν ήθελε συνταξιδιώτη.
Ήθελε να είναι αυτός και η φύση μόνο…
Κι εξάλλου δεν είχε ακούσει ούτε μηχανή, ούτε αυτοκίνητο να πλησιάζει κι ούτε μπορούσε να δει κάτι τέτοιο να είναι αραγμένο πιο πέρα.
Μα πως βρέθηκε εδώ πέρα χωρίς όχημα;
Με τα πόδια αποκλείεται…

Πλησιάζοντας περισσότερο του φάνηκε ότι η φιγούρα ήταν γυναικεία. Άρχισε να σκέφτεται ότι ίσως να ήταν μόνο η ιδέα του…
Αν ήταν απίθανο να βρεθεί κάποιος εκεί χωρίς όχημα, τότε ήταν σχεδόν αδύνατο αυτός ο κάποιος να είναι μια γυναίκα.
Κι όμως… ήταν γυναίκα.
Είχε πλησιάσει πλέον αρκετά κοντά και μπορούσε να τη διακρίνει σχεδόν καθαρά.
Σίγουρα ήξερε για την παρουσία του μιας και ήταν ξαπλωμένη ένα βράχο πιο πέρα από τα πράγματά του.
Κι αν βρέθηκε εκεί από κάποιο παιχνίδι της μοίρας που θα ήταν η αρχή μιας περιπέτειας μαζί της;
Όμως όχι…
Δεν ήθελε περιπέτειες.
Ήθελε να είναι αυτός και η φύση μόνο…

Πως θα έβγαινε όμως δίπλα της έτσι γυμνός που ήταν;
Δεν ντρεπόταν για τη γύμνια του, αλλά δεν ήθελε και να την τρομάξει κι ας καταπάτησε τον παράδεισό του.
Ήταν πλέον λίγα μόνο μέτρα μακρυά της και μπορούσε να δει πια ότι ήταν κι αυτή γυμνή.
Αυτό έκανε τα πράγματα πιο εύκολα.
Θα της χάριζε ένα χαμόγελο για χαιρετισμό και θα έπαιρνε τα πραγματά του για να φύγει…

Ανέβηκε στο βράχο και πήρε στα χέρια τα πράγματά του.
Γύρισε να της χαρίσει το χαμόγελο του χαιρετισμού…

Η γυναικεία φιγούρα δεν αντέδρασε καθόλου.
Ήταν ξαπλωμένη σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που ήταν κι αυτός πριν λίγο πάνω στο βράχο.
Το γυμνό κορμί της ήταν πάνω στο βράχο με τα πόδια της να βρίσκονται μέσα στο νερό.
Είχε τα μάτια της κλειστά αλλά σίγουρα δεν κοιμόταν.
Ήξερε ότι είναι δίπλα της αλλά δεν αντέδρασε καθόλου.
Μήπως παρακαλούσε κι αυτή το ίδιο όπως κι αυτός μερικές στιγμές νωρίτερα;
Να είναι όσο το δυνατόν πιο σύντομη η συνάντησή τους και μετά να μείνει μόνη με τη φύση;

Έκανε να φύγει αλλά δε τα κατάφερε.
Το βλέμμα του είχε μείνει καρφωμένο πάνω της…
Τα μάτια του άρχισαν να διατρέχουν κάθε σπιθαμή του κορμιού της.
Κάθισε στο βράχο και βούτηξε τα πόδια του στη θάλασσα χωρίς να ξεκολλήσει τα μάτια από πάνω της.
Το σώμα της ήταν σχεδόν λευκό και θα μπορούσε να πάρει όρκο ότι είχε την απόχρωση της χρυσαφένιας άμμου.
Δεν είχε ξαναδεί τέτοια απόχρωση σε σώμα.
Τα μαλλιά της ήταν μακρυά καστανά με μια απόχρωση προς το βαθύ πράσινο των φυκιών και σκέπαζαν το σώμα της φτάνοντας μέχρι τη θάλασσα.
Κάτω από αυτά διέκρινε τα μικρά της στήθη και στο κέντρο τους ξεπρόβαλαν οι ρόγες τους σαν μικρά κοχύλια που είχαν το χρυσοπορτοκαλί χρώμα του ηλιοβασιλέματος.
Το στομάχι της λείο κι επίπεδο με ένα αφαλό που έμοιαζε με μικροσκοπικό μπουμπούκι.
Πιο χαμηλά κατάφερε να διακρίνει χρυσοκαστανές τριχούλες να περιτριγυρίζουν ένα άλλο μπουμπούκι ανθισμένο.

Γύρισε το βλέμμα του στο πρόσωπό της.
Τα μάτια της παρέμεναν κλειστά αλλά πλέον διαγραφόταν ένα χαμόγελο στα χείλη της σαν να διάβαζε τη σκέψη του και την ευχαριστούσε αυτό που σκεφτόταν.
Τα άνοιξε για μια στιγμή ακριβώς την ώρα που είχε καρφώσει τα δικά του μάτια πάνω τους παρατηρώντας τις πιο μακρυές βλεφαρίδες που είχε δει. Τον κοίταξε κατευθείαν μέσα στα μάτια του σαν να ήξερε από πριν που ακριβώς έπρεπε να κοιτάξει.
Σ’ αυτή τη μοναδική στιγμή διέκρινε στα μάτια της το γαλάζιο της θάλασσας και το απύθμενο του βυθού να τον ρουφάνε.
Ένοιωσε την ανάσα του να χάνεται σαν να είχε βουτήξει πριν προλάβει να κρατήσει την αναπνοή του.
Το χαμόγελο διαγράφηκε καθαρότερα στα χείλη της που άνοιξαν ελάχιστα αφήνοντας να φανούν τα μαργαριταρένια δόντια της.
Αυτό το μικρό άνοιγμα ήταν σαν να του έδωσε το φιλί τής ζωής σώζωντάς τον από πνιγμό.

Συνέχισε να παρατηρεί κάθε σπιθαμή του σώματός της.
Χιλιοστό προς χιλιοστό…
Χάραζε κάθε λεπτομέρειά της στο μυαλό του.
Κάθε πόρος της αποτυπωνόταν και σε κάποιο κύτταρο του εγκεφάλου του.

Άπλωσε το χέρι να την αγγίξει για να δει αν πράγματι είναι εκεί δίπλα του. Μόνο δυο ακροδάχτυλα άφησε να ακουμπήσουν πάνω της τόσο απαλά που σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση δεν θα είχε καν καταλάβει ότι κάτι άγγιζαν.
Ένοιωσε τις μικροσκοπικές τριχούλες των χεριών της και αυτό τού ήταν αρκετό χωρίς καν να αγγίξει το δέρμα της.
Συνέχισε έτσι σε ένα αδιόρατο χάδι από τον μπράτσο της μέχρι χαμηλά στον καρπό της.
Δεν μπορούσε να ξέρει αν η ίδια ένοιωσε το χάδι αυτό, κι αν ακόμα το ένοιωσε δεν μπορούσε να ξέρει αν είχε την ικανότητα να το διακρίνει από το χάδι που της πρόσφεραν τα ίδια τα μαλλιά της καθώς τη χάιδευαν με το απαλό αεράκι που υπήρχε.

Φοβήθηκε ότι θα της χαλούσε την απόλυτη ηρεμία στην οποία βρισκόταν και έκανε να μαζέψει το χέρι του…
Ακριβώς εκείνη τη στιγμή ένοιωσε ένα χάδι στο πόδι του.
Ένα χάδι που το είχε νοιώσει πάλι μόλις λίγες ώρες νωρίτερα.
Πήρε τα μάτια του από πάνω της και κοίταξε προς τη θάλασσα στο σημείο που ήταν βυθισμένα τα πόδια του.
Είδε μια τούφα από τα μαλλιά της να έχει τυλιχτεί γύρω από τον αστράγαλό του και οι άκρες τους να χαϊδεύουν το πόδι του όπως το είχαν χαϊδέψει και τα φύκια.
Κοίταξε τα φύκια που ήταν λίγα μέτρα πιο πέρα και τα είδε να είναι εντελώς ακίνητα μιας και δεν υπήρχε καθόλου κύμα.
Κι όμως… τα μαλλιά κυμάτιζαν χαϊδεύοντας το πόδι του σαν να είχαν δική τους βούληση.

Γύρισε το βλέμμα πάλι πάνω της.
Της χαμογέλασε.
Του ανταπέδωσε χωρίς καν να έχει ανοίξει τα μάτια της κι έμεινε με το χαμόγελο στα χείλη της.
Άπλωσε το χέρι του κι άρχισε να καθαρίζει το πρόσωπό της από τις τρίχες που το έκρυβαν.
Δεν ήταν ούτε καν τουφίτσες, μόνο κάποιες μοναχικές τρίχες που είχαν κολλήσει στο πρόσωπό της.
Ακόμα κι αυτές οι τριχούλες όμως ήταν εμπόδιο στα μάτια του για να αποκαλύψει αυτό το πρόσωπο που τον είχε μαγνητίσει χωρίς να ξέρει το λόγο.

Για άλλη μια φορά χωρίς να ανοίξει τα μάτια της, άπλωσε το χέρι της κι έπιασε το δικό του.
Το κατέβασε φυλακίζοντάς το ανάμεσα στο δικό της χέρι και λίγο κάτω από την καρδιά της.
Ένοιωσε την καρδιά της να χτυπάει σαν το κύμα.
Παρατήρησε τον ανεπαίσθητο παφλασμό αυτού του κύματος πάνω στο στήθος της.
Τα μάτια του καρφώθηκαν και πάλι στο πρόσωπό της που δεν είχε προλάβει να καθαρίσει από τις τρίχες.
Κοίταξε μια τρίχα που περνούσε πάνω από το μέτωπό της, συνέχιζε ανάμεσα στις βλεφαρίδες του αριστερού ματιού και κατέληγε στο λαιμό της περνώντας πάνω από τα χείλη της.
Γύρισε και κοίταξε τον παφλασμό στο στήθος της και πάλι.
Χαμογέλασε.
Τα μάτια του μετακινήθηκαν για άλλη μια φορά στο πρόσωπό της.
Κοίταξε την τρίχα που είχε παρατηρήσει πριν λίγο.
Την είδε να ξεκολλάει από το δέρμα της και να ανεμίζει ελεύθερη στον άνεμο.
Κοίταξε την επόμενη τρίχα που ήταν κολλημένη στο πρόσωπό της.
Έγινε το ίδιο και μ’ αυτή.
Κάθε τρίχα που κοιτούσε, ελευθέρωνε το πρόσωπό της χωρίς καν να την αγγίξει για να την τραβήξει με το χέρι του.

Άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε.
Τον είδε σαστισμένο αλλά ήρεμο.
Αυτός έκλεισε τα μάτια του.
Του χαμογέλασε.
Την είδε να του χαμογελά παρόλο που είχε κλειστά τα μάτια.
Τα άνοιξε και το χαμόγελο της ήταν πράγματι εκεί και τον περίμενε συνοδευόμενο από τη λάμψη στα μάτια της.
Γύρισε τα μάτια της προς τον ορίζοντα και τα κάρφωσε στην χρυσή γραμμή που χώριζε το γαλάζιο της θάλλασας από το γαλάζιο του ουρανού. Γύρισε κι αυτός το βλέμμα του στο ίδιο σημείο.
Έμειναν έτσι μέχρι που εξαφανίστηκε αυτή η χρυσή γραμμή.

Έστρεψε το κεφάλι του προς το μέρος της.
Του χαμογέλασε και άφησε το σώμα της να γλυστρίσει στη θάλασσα. Έκανε κι αυτός το ίδιο.
Πέρασε τα υγρά του χέρια ανάμεσα στα μαλλιά της, χτενίζοντας τα προς τα πίσω.
Τα είδε να ανεμίζουν χωρίς να έχουν γίνει τούφες παρόλο που ήταν υγρά. Αγνοούσαν τη διαχωριστική γραμμή μεταξύ θάλασσας και αέρα και ανέμιζαν σαν στεγνά είτε πάνω, είτε κάτω από αυτό λες και δεν υπήρχε νερό.
Έβαλε τα δάχτυλά της ανάμεσα στα δικά του και άρχισαν να βαδίζουν προς τον ορίζοντα.

Γύρισε και την κοίταξε.
Του χαμογέλασε.
Το νερό είχε φτάσει πλέον μέχρι το λαιμό τους.
Της χαμογέλασε.
Άπλωσε το χέρι της και το ακούμπησε στο στόμα του.
Της το φίλησε κι έμεινε με τα χείλη κλειστά καθώς τράβηξε το χέρι της. Πλησίασε τα χείλη της στα δικά του και τον φίλησε καθώς βυθιζόνταν εντελώς κάτω από το νερό…

Βρήκαν σήμερα στη λίμνη

μια νεράιδα πεθαμένη.

Είναι έξω από τη λίμνη

καταγής σαβανωμένη.
Ένα ψάρι στους μηρούς της

όλο έρχεται και πάει.

Ο άνεμος της λέει “μικρή μου!”

μα εκείνη δεν ξυπνάει.

Τα μαλλιά της από φύκια

είναι ξέπλεκα στους βράχους

κι έχει ξέσκεπα τα στήθια

που ριγούν απ’ τους βατράχους.

Ο Θεός να σε φυλάει.

Για την κόρη των λιμνών

πάμε να προσευχηθούμε

στην Κυρά των Ποταμών.

Έπειτα δυο κολοκύθες

θα της βάλω στα πλευρά

να μπορεί να κολυμπάει

πάνω στ’ αλμυρά νερά.

Μίνως Θεοχάρης

πηγή: birdwired.blogspot.com

Advertisements

About melita

Θα 'θελα να φωνάξω τ' όνομά σου, αγάπη, μ' όλη μου τη δύναμη. Να το φωνάξω τόσο δυνατά που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο, καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει... Τάσος Λειβαδίτης
This entry was posted in Παραμύθια and tagged , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s