Το γεφύρι του ουρανού…

Να ’μουνα ψηλός, να ’μουνα και μάγος! Έλεγε ο Γιαννιός καταμόναχος στου ποταμού την άκρια. Θε να ’στηνα γεφύρι να δέσω τον ουρανό με τη γης. Να περπατάω απάνω, να φτάσω τ’ άστρα, να γεμίζω φως τις χούφτες μου και να το κατεβάζω. Να το ρίχνω στ’ άσπρα μαλλιά της μάνας μου, να λάμπουνε σαν ασήμι.

Εκεί που το ’λεγε, να και βαίνει από το ποτάμι μια νεράιδα. Φόραγε πράσινο φουστάνι, διάφανο, και τα πόδια, τα χέρια κι η θωριά της μοιάζανε με κρίνα.

Του Γιαννιού του κόπηκε η μιλιά από το φόβο. Το ’χε δα ακουστά, πως οι ξωθιές παίρνουνε τη μιλιά των ανθρώπων. Μα η Νεράιδα του γέλασε και του είπε:

-Γεφύρι θες, Γιαννιό, να δένει τον ουρανό με τη γης; Μονάχος σου το φτιάνεις, μονάχος το χαλάς.

Ο Γιαννιός τα ’χασε. Έκανε να ρωτήσει τη νεράιδα, μα αυτή είχε κιόλας χαθεί μπροστά στη ρίζα της βελανιδιάς, που άπλωνε τον ίσκιο της στο ποτάμι. Ο Γιαννιός το κοίταξε. Κι όπως τρεμόπαιζε το φως απάνω στα ισκιωμένα νερά, αφήνοντας πού και πού άσπρες βούλες, του φάνηκε πως έβλεπε πλήθος μικρές, μικρούτσικες νεράιδες, που σαλεύανε τα κρινένια τους χέρια και τραγουδούσανε μ’ ασημένια φωνή:

-Μοναχός σου το φτιάνεις, μοναχός το χαλάς.

-Πώς γίνεται; Είπε φωναχτά ο Γιαννιός, για να σιγουρευτεί πως δεν έχασε τη μιλιά του.

Μ’ από κείνη την ώρα έχασε την όρεξή του. Δεν ήθελε να φάει, δεν ήθελε να πιει. Μονάχα το γεφύρι είχε στο νου. Πήγαινε πρωί και βράδυ στο ποτάμι και φώναζε στις νεράιδες:

-Πώς γίνεται; Πώς γίνεται μονάχος να το φτιάχνω, μονάχος να το χαλώ το γεφύρι;

Κι άκουγε το ποτάμι που κυλούσε τραγουδιστά τα νερά του και τα δέντρα που σειούσανε τα φύλλα τους, κι έτσι, πάλι, τ’ άκουγε που του αποκρίνουνται:

-Μονάχος σου το φτιάνεις, μονάχος το χαλάς.

Η μάνα του τον έβλεπε που δεν είχε κέφι μήτε για παιχνίδι, μήτε για φαΐ, μήτε για γέλιο και του ’λεγε.

-Τι έχεις, Γιαννιό μου, και δεν τρως; Τι έχεις και δε γελάς και δεν παίζεις, όπως πρώτα;

-Τίποτα, μάνα. Θέλω μονάχα να στήσω γεφύρι, να δέσω τον ουρανό με τη γης, ν’ ανέβω στ’ άστρα και να γεμίσω τις φούχτες μου φως ν’ ασημώσω τα μαλλιά σου.

-Σε καλό σου, παιδί μου, είπε η μάνα του και τον αγκάλιασε να τον φιλήσει. Αυτά οι άνθρωποι δεν μπορούνε να τα κάνουνε. Κοίτα μονάχα μη χάσεις κάνα γίδι στη βοσκή.

-Μην έχεις φόβο για μένα, μάνα, μήτε για τα γίδια. Μ’ αν δε φτιάσω το γεφύρι, δε θα ’βρω ποτές μου ησυχία.

Κι όλο κιτρίνιζε από την αφαγιά και την πίκρα, να συλλογιέται τα λόγια της νεράιδας. Μια μέρα, κει που έπαιζε τη φλογέρα στο βουνό, βλέπει μπροστά του μια γριούλα.

-Ώρα καλή, παιδί μου.

-Καλώς την κυρούλα. Κάτσε ν’ αρμέξω τη γίδα να σου δώσω γάλα.

Σαν ήπιε το γάλα, η γριά είπε:

-Έχε την ευκή μου. Κι ό,τι λαχταράς να γίνει.

-Μα πώς να γίνει αυτό που λαχταρώ; Είπε ο Γιαννιός. Η μάνα μου λέει πως οι άνθρωποι δεν μπορούν να κάνουνε τέτοια πράματα.

Και της είπε για το γεφύρι.

Η γριά γέλασε.

-Άκουσε τα λόγια μου και δε θα χάσεις, του είπε. Το βράδυ, σα θα γυρίσεις στο σπίτι σου, να πας στη μάνα σου το πιο όμορφο αχλάδι που θα βρεις, να της γελάσεις γλυκά και να τη ρωτήσεις; Πώς τα πέρασες, μάνα; Και σα θ’ αρχίσει εκείνη να σου μιλά, να μην ξεκολλήσεις τα μάτια σου από τα δικά της.

-Καλά, κυρούλα, είπε ο Γιαννιός. Έτσι θα κάνω.

Βόσκησε τα γίδια του όλη μέρα, και σαν πήρε τον κατήφορο για να τα κλείσει στο μαντρί, έψαχνε με τα μάτια τις αγριαχλαδιές. Μα όλα τ’ αχλάδια που ’βλεπε, του φαινόντανε πράσινα, άγουρα και στυφά.

Είδε και μιαν αχλαδιά ξεμοναχιασμένη, φορτωμένη φρούτα. Αποπάνω της πετούσαν πουλιά. Κατεβαίνανε, τσιμπούσανε τ’ αχλάδια και πάλι φεύγανε.

-Μμ! Είπε ο Γιαννιός. Τούτη η αχλαδιά θα ’χει ώριμα αχλάδια.

Ανέβηκε στο δέντρο για να βρει το καλύτερο. Τ’ αγκάθια του τρυπούσαν πότε τα χέρια, πότε τα πόδια, μα ο Γιαννιός το σκοπό του. Δεν έβρισκε καλό αχλάδι, γιατί τα είχαν όλα τσιμπημένα τα πουλιά. Δοκίμασε να φάει, και τα βρήκε ώριμα και νόστιμα. Μα πώς να πάει στη μάνα του χαλασμένο αχλάδι; Κει που ψαχούλευε, ανάμεσα σε κάτι φύλλα, πήρε το μάτι του ένα αχλάδι γινωμένο, όμορφο και γερό. Άπλωσε να το κόψει, μα δεν μπορούσε. Το αχλάδι βαστούσε γερά.

-Για τη χαρά της μάνας μου θα σε κόψω, είπε ο Γιαννιός και τράβηξε δυνατά και με πείσμα το αχλάδι.

Αυτό βγ΄κε μονομιάς, σα να ’ταν ακουμπισμένο σε μπαμπάκια, κι ο Γιαννιός άκουσε να βγαίνει απ’ το δέντρο μια φωνή:

-Χαλάλι, αφού ’ναι για τη μάνα σου.

Ο Γιαννιός παραξενεύτηκε πολύ. Πήρε ωστόσο τ’ αχλάδι, το έβαλε στην τσέπη του κι έτρεξε να μαζέψει τα γίδια που είχανε σκορπίσει.

Σαν έκλεισε τα γίδια στο μαντρί, πήγε στη μάνα του κι έκανε όπως του είπε η γριά.

-Να ’χεις την ευκή μου, παιδάκι μου, είπε η μάνα του κι έσκυψε να φιλήσει τον Γιαννιό.

Κι αυτός είδε στα μάτια της ένα φως όμορφο και δυνατό, σαν τον ήλιο. Το φως πετάρισε μια στιγμή και χάθηκε.

Ο Γιαννιός απόμεινε συλλογισμένος. Μα η καρδιά του ήτανε πιο ήσυχη, πιο ξαλαφρωμένη, και γέλασε της μάνας του. Αυτή, που τον έβλεπε τόσες μέες πικραμένο, χάρηκε και πάλι είδε ο Γιαννιός στα μάτια της το ίδιο φως.

Την άλλη μέρα, κει που ’βοσκε ο Γιαννιός τα γίδια, ξαναπέρασε η γριά.

-Έκανες όπως σου είπα; τον ρώτησε.

-Ναι. Μα τι να τα κάνει η μάνα μου τ’ αχλάδια; Εγώ θέλω να φτιάξω το γεφύρι, να της ασημώσω τα μαλλιά με άστρινο φως.

-Ε! Τότε πήγαινέ της απόψε ένα λαγό.

-Καλά, θα της πάω, είπε ο Γιαννιός.

Παιδεύτηκε, παιδεύτηκε, ώσπου έπιασε ένα λαγό και τον πήγε. Πάλι χάρηκε η μάνα του και πάλι πετάρισε στα μάτια της το φως. Του Γιαννιού του φάνηκε πως, ετούτη τη φορά, έμοιαζε σαν αχτίνα.

Την Τρίτη μέρα, η γριά του είπε να πάει στην μάνα του ένα πουλί. Ο Γιαννιός κυνήγησε όλη τη μέρα, κουράστηκε, ίδρωσε, μα πήγε στη μάνα του το πουλί, γελαστός και χαρούμενος. Κι η αχτίνα στα μάτια της του φάνηκε ακόμα πιο μεγάλη.

Μα τι κακό ξαφνικά! Η αχτίνα σβήστηκε στα μάτια της μάνας, που σκοτεινιάσανε καθώς γύρισε και του είπε:

-Γιαννιό μου, την έβγαλες πια από το μυαλό σου την ιδέα να χτίσεις το γεφύρι;

Κάτι άστραψε μεμιάς μέσα στο μυαλό του Γιαννιού. Θυμήθηκε τα λόγια της νεράιδας: «Μονάχος σου το χτίζεις, μονάχος το χαλάς».

-Τούτο δω είναι το γεφύρι, είπε μέσα του.

Ρίχτηκε στην αγκαλιά της μάνας του και της είπε:

-Το ’χτισα, μάνα, το γεφύρι μου. Το ’χτισα!

Η μάνα του σταυροκοπήθηκε, κι ο Γιαννιός έτρεξε στο ποτάμι. Το φεγγάρι γελούσε μέσα από τα φύλλα της βελανιδιάς. Οι ίσκιοι γλιστρούσανε στα νερά, που λάμπανε σα να ’τανε σπαρμένα μ’ αμέτρητα χρυσά πετράδια.

-Νεράιδα, καλή νεράιδα, φώναξε ο Γιαννιός. Δε θα το ξαναχαλάσω πια το γεφύρι μου.

Απ’ το ποτάμι ακούστηκε ένα γλυκό μουρμούρισμα, σα να γελούσανε χίλιες νεράιδες μαζί.

Σήκωσε ο Γιαννιός τα μάτια στον ουρανό. Κι είδε να ζυγιάζεται ψηλά, σ’ ένα χρυσό γεφύρι, η μάνα του. Τα μαλλιά της ήταν σαν ασήμι. Τα μάτια της λάμπανε σαν όλα τ’ άστρα. Και το φως του τύλιγε τον Γιαννιό και του έφερνε τόση χαρά, μα τόση χαρά!

Από το βιβλίο: Ο Νάνος τραλαλάς.

Advertisements

About melita

Θα 'θελα να φωνάξω τ' όνομά σου, αγάπη, μ' όλη μου τη δύναμη. Να το φωνάξω τόσο δυνατά που να μην ξανακοιμηθεί κανένα όνειρο στον κόσμο, καμιά ελπίδα πια να μην πεθάνει... Τάσος Λειβαδίτης
This entry was posted in Παραμύθια and tagged , , . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s